Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterlassen
01
απέχω, αποφεύγω
Bewusst auf eine Handlung verzichten, obwohl sie möglich oder erwartet wäre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
lassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterlasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterlässt
ενεστώτα μετοχή
unterlassend
απλός αόριστος
unterließ
παθητική μετοχή
unterlassen
Παραδείγματα
Bitte unterlassen Sie das Rauchen im Gebäude.
Παρακαλώ απέχετε από το κάπνισμα στο κτίριο.



























