Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umgehen
01
αποφεύγω, παρακάμπτω
Einer Sache ausweichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
um
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umgehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
umgeht
ενεστώτα μετοχή
umgehend
απλός αόριστος
umging
παθητική μετοχή
umgangen
Παραδείγματα
Er umgeht geschickt unangenehme Fragen.
Επιδέξια αποφεύγει τις δυσάρεστες ερωτήσεις.
02
διαχειρίζομαι, χειρίζομαι
Mit jemandem oder etwas in bestimmter Weise interagieren
Παραδείγματα
Sie geht sehr geduldig mit Kindern um.
Αυτή συμπεριφέρεται στα παιδιά με πολλή υπομονή.
03
κυκλοφορώ, διαδίδονται
Sich verbreiten
Παραδείγματα
Ein Gerücht geht um, dass sie kündigt.
Κυκλοφορεί μια φήμη ότι παραιτείται.
04
περιφέρομαι
Als Geist oder Gespenst an einem Ort erscheinen
Παραδείγματα
Er umgeht geschickt unangenehme Fragen.
Αποφεύγει επιδέξια τις δυσάρεστες ερωτήσεις.



























