Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umgehen
01
αποφεύγω, παρακάμπτω
Einer Sache ausweichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
um
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umgehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
umgeht
ενεστώτα μετοχή
umgehend
απλός αόριστος
umging
παθητική μετοχή
umgangen
Παραδείγματα
Diese App hilft dir, Gebühren zu umgehen.
Αυτή η εφαρμογή σας βοηθά να παρακάμψετε τα τέλη.
02
διαχειρίζομαι, χειρίζομαι
Mit jemandem oder etwas in bestimmter Weise interagieren
Παραδείγματα
Wie gehst du mit schwierigen Kunden um?
Πώς αντιμετωπίζετε τους δύσκολους πελάτες;
03
κυκλοφορώ, διαδίδονται
Sich verbreiten
Παραδείγματα
Das Virus geht schnell um.
Ο ιός εξαπλώνεται γρήγορα.
04
περιφέρομαι
Als Geist oder Gespenst an einem Ort erscheinen
Παραδείγματα
Diese App hilft dir, Gebühren zu umgehen.
Αυτή η εφαρμογή σας βοηθά να παρακάμψετε τα τέλη.



























