umgehen
Pronunciation
/ʊmˈɡeːən/

Ορισμός και σημασία του "umgehen"στα γερμανικά

umgehen
01

αποφεύγω, παρακάμπτω

Einer Sache ausweichen
umgehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
um
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umgehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
umgeht
ενεστώτα μετοχή
umgehend
απλός αόριστος
umging
παθητική μετοχή
umgangen
Παραδείγματα
Diese App hilft dir, Gebühren zu umgehen.
Αυτή η εφαρμογή σας βοηθά να παρακάμψετε τα τέλη.
02

διαχειρίζομαι, χειρίζομαι

Mit jemandem oder etwas in bestimmter Weise interagieren
umgehen definition and meaning
Παραδείγματα
Wie gehst du mit schwierigen Kunden um?
Πώς αντιμετωπίζετε τους δύσκολους πελάτες;
03

κυκλοφορώ, διαδίδονται

Sich verbreiten
umgehen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Virus geht schnell um.
Ο ιός εξαπλώνεται γρήγορα.
04

περιφέρομαι

Als Geist oder Gespenst an einem Ort erscheinen
umgehen definition and meaning
Παραδείγματα
Diese App hilft dir, Gebühren zu umgehen.
Αυτή η εφαρμογή σας βοηθά να παρακάμψετε τα τέλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store