Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Umgebung
[gender: feminine]
01
περιβάλλον, περιοχή
Das Gebiet rund um einen Ort
Παραδείγματα
Er wohnt in der Umgebung vom Bahnhof.
Ζει στην περιοχή του σταθμού.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
περιβάλλον, περιοχή