die umgebung
um
ˈʊm
oom
ge
ge:
ge
bung
bʊng
boong
umgehung

Ορισμός και σημασία του "umgebung"στα γερμανικά

01

περιβάλλον, περιοχή

Das Gebiet rund um einen Ort 
die Umgebung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Umgebungen
γενική πτώση
Umgebung
Παραδείγματα
Die Umgebung ist sehr ruhig. 

Το περιβάλλον είναι πολύ ήσυχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store