Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umgestalten
01
ανασχεδιάζω
Etwas verändern, sodass es anders aussieht oder funktioniert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
um
βασικό ρήμα
gestalten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gestalte um
γ΄ ενικό πρόσωπο
gestaltet um
ενεστώτα μετοχή
umgestaltend
απλός αόριστος
gestaltete um
παθητική μετοχή
umgestaltet
Παραδείγματα
Der Park wurde umgestaltet, um moderner zu wirken.
Το πάρκο ανασχεδιάστηκε για να φαίνεται πιο μοντέρνο.



























