Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sitzen
01
κάθομαι, καθίσω
Auf etwas mit dem Po sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
sitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
sitzt
ενεστώτα μετοχή
sitzend
απλός αόριστος
saß
παθητική μετοχή
gesessen
Παραδείγματα
Ich sitze auf dem Stuhl.
Εγώ κάθομαι στην καρέκλα.



























