sitzen
Pronunciation
/ˈzɪtsən/

Ορισμός και σημασία του "sitzen"στα γερμανικά

sitzen
01

κάθομαι, καθίσω

Auf etwas mit dem Po sein
sitzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
sitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
sitzt
ενεστώτα μετοχή
sitzend
απλός αόριστος
saß
παθητική μετοχή
gesessen
Παραδείγματα
Die Kinder sitzen im Klassenzimmer.
Τα παιδιά κάθονται στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store