sitzen
sitzen
zɪtsn
zitsn
setzenspitzensiezen

Ορισμός και σημασία του "sitzen"στα γερμανικά

sitzen
01

κάθομαι, καθίσω

Auf etwas mit dem Po sein 
sitzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
sitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
sitzt
ενεστώτα μετοχή
sitzend
απλός αόριστος
saß
παθητική μετοχή
gesessen
Παραδείγματα
Ich sitze auf dem Stuhl. 

Εγώ κάθομαι στην καρέκλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store