das Skateboard

Ορισμός και σημασία του "skateboard"στα γερμανικά

Das Skateboard
[gender: neuter]
01

σκέιτμπορντ, σανίδα σκέιτμπορντ

Brett mit Rollen, das zum Fahren und für Tricks genutzt wird
das Skateboard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Skateboards
πληθυντικός τύπος
Skateboards
Παραδείγματα
Auf glatten Wegen kann man besonders gut Skateboard fahren.
Σε λείους δρόμους, μπορείς να οδηγήσεις σκέιτμπορντ ιδιαίτερα καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store