Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Skandal
[gender: masculine]
01
σκάνδαλο, υπόθεση
Ein Ereignis, das negative Aufmerksamkeit und Empörung verursacht
Παραδείγματα
Der Skandal führte zu Rücktritten.
Το σκάνδαλο οδήγησε σε παραιτήσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σκάνδαλο, υπόθεση