der skandal
skan
ˈskan
skan
dal
dɑ:l
daal

Ορισμός και σημασία του "skandal"στα γερμανικά

01

σκάνδαλο, υπόθεση

Ein Ereignis, das negative Aufmerksamkeit und Empörung verursacht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Skandale
γενική πτώση
Skandals
Παραδείγματα
Der Skandal erschütterte die Politik. 

Το σκάνδαλο σάρωσε την πολιτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store