Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schicken
01
στέλνω, αποστέλλω
Etwas oder jemanden zu einem anderen Ort bringen lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schickt
ενεστώτα μετοχή
schickend
απλός αόριστος
schickte
παθητική μετοχή
geschickt
Παραδείγματα
Er schickt eine Postkarte aus dem Urlaub.
Αυτός στέλνει μια καρτ ποστάλ από τις διακοπές.



























