schicken
Pronunciation
/ˈʃɪkən/

Ορισμός και σημασία του "schicken"στα γερμανικά

schicken
01

στέλνω, αποστέλλω

Etwas oder jemanden zu einem anderen Ort bringen lassen
schicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schickt
ενεστώτα μετοχή
schickend
απλός αόριστος
schickte
παθητική μετοχή
geschickt
Παραδείγματα
Er schickt eine Postkarte aus dem Urlaub.
Αυτός στέλνει μια καρτ ποστάλ από τις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store