Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schaffen
[past form: schafft]
01
επιτυγχάνω, ολοκληρώνω
Etwas bewältigen oder fertigstellen
Παραδείγματα
Wir schaffen das gemeinsam!
Θα το καταφέρουμε μαζί!
02
δημιουργώ, παράγω
Etwas künstlerisch oder physisch erschaffen
Παραδείγματα
Er hat eine neue Technologie geschaffen.
Έχει δημιουργήσει μια νέα τεχνολογία.
03
επιτυγχάνω, κατορθώνω
Etwas gegen Widerstände erreichen
Παραδείγματα
Sie hat es geschafft, CEO zu werden.
Κατάφερε να γίνει CEO.
04
μεταφέρω
Etwas an einen Ort bringe
Παραδείγματα
Der Fahrer schafft die Ware rechtzeitig.
Ο οδηγός παραδίδει τα εμπορεύματα εγκαίρως.
05
δουλεύω, εργάζομαι
Körperlich oder beruflich arbeiten
Παραδείγματα
Sie hat 40 Jahre in der Fabrik geschafft.
Έχει εργαστεί στο εργοστάσιο για 40 χρόνια.


























