die schachtel
schachtel
ʃaxtl
shakhtl
schwuchtel

Ορισμός και σημασία του "schachtel"στα γερμανικά

01

κουτί, χαρτοκιβώτιο

Ein leichter Behälter aus Pappe oder dünnem Material, oft für Lebensmittel oder kleine Gegenstände 
die Schachtel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schachteln
γενική πτώση
Schachtel
Παραδείγματα
Ich kaufte eine Schachtel Schokolade. 

Αγόρασα ένα κουτί σοκολάτας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store