Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schaffen
01
επιτυγχάνω, ολοκληρώνω
Etwas bewältigen oder fertigstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaffe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schafft
ενεστώτα μετοχή
schaffend
απλός αόριστος
schafft
παθητική μετοχή
geschafft
Παραδείγματα
Ich schaffe die Prüfung bestimmt!
Σίγουρα περνάω την εξέταση!
02
δημιουργώ, παράγω
Etwas künstlerisch oder physisch erschaffen
Παραδείγματα
Gott schuf die Welt in sieben Tagen.
Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες.
03
επιτυγχάνω, κατορθώνω
Etwas gegen Widerstände erreichen
Παραδείγματα
Trotz Hindernissen schaffte er den Abschluss.
Παρά τα εμπόδια, κατάφερε να αποκτήσει το πτυχίο του.
04
μεταφέρω
Etwas an einen Ort bringe
Παραδείγματα
Schaff die Kisten in den Keller!
Μεταφέρε τα κουτιά στο υπόγειο !
05
δουλεύω, εργάζομαι
Körperlich oder beruflich arbeiten
Παραδείγματα
Er schafft den ganzen Tag auf dem Bau.
Αυτός δουλεύει όλη τη μέρα στο εργοτάξιο.



























