Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rühren
01
ανακατεύω,αναδεύω, هم زدن
Etwas mit einem Löffel oder ähnlichem Werkzeug vorsichtig oder kräftig vermischen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rühre
γ΄ ενικό πρόσωπο
rührt
ενεστώτα μετοχή
rührend
απλός αόριστος
rührte
παθητική μετοχή
gerührt
Παραδείγματα
Bitte rühre die Suppe gut um.
Παρακαλώ ανακατέψτε καλά τη σούπα.
02
- , -
Παραδείγματα
Der ganze Saal war von der Geschichte gerührt.



























