der ssel
ˈʁʏ
ρü
ssel
səl
σαλ
rassel

Ορισμός και σημασία του "rüssel"στα γερμανικά

01

προβοσκίδα, προβοσκίδα ελέφαντα

Der lange, bewegliche Teil am Kopf einiger Tiere, besonders bei Elefanten 
der Rüssel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rüssel
γενική πτώση
Rüssels
Παραδείγματα
Der Elefant benutzt seinen Rüssel zum Trinken. 

Ο ελέφαντας χρησιμοποιεί την προβοσκίδα του για να πιει.

02

μύτη, μούρη

die Nase eines Menschen, meist scherzhaft oder umgangssprachlich gemeint 
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Er hatte sich den Rüssel erkältet. 

Είχε κρυώσει τη μύτη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store