Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rühren
[past form: rührte]
01
ανακατεύω,αναδεύω, هم زدن
Etwas mit einem Löffel oder ähnlichem Werkzeug vorsichtig oder kräftig vermischen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rühre
γ΄ ενικό πρόσωπο
rührt
ενεστώτα μετοχή
rührend
απλός αόριστος
rührte
παθητική μετοχή
gerührt
Παραδείγματα
Beim Backen muss man den Teig ständig rühren.
Κατά το ψήσιμο, πρέπει να ανακατεύετε συνεχώς τη ζύμη.
02
حرکت دادن, تکان دادن
Παραδείγματα
Er war so erschöpft, dass er sich nicht mehr rühren konnte.



























