Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rutschen
[past form: rutschte]
01
γλιστρώ
Sich auf einer glatten Oberfläche unbeabsichtigt oder kontrolliert bewegen, oft mit geringer Reibung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
rutsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
rutscht
ενεστώτα μετοχή
rutschend
απλός αόριστος
rutschte
παθητική μετοχή
gerutscht
Παραδείγματα
Die Tür rutscht nicht mehr richtig in den Rahmen.
Η πόρτα δεν γλιστρά πλέον σωστά στο πλαίσιο.



























