rutschen
rutschen
ʁʊʧɐn
roochn

Ορισμός και σημασία του "rutschen"στα γερμανικά

rutschen
01

γλιστρώ

sich gleitend über eine Fläche hinbewegen 
rutschen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
rutsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
rutscht
ενεστώτα μετοχή
rutschend
απλός αόριστος
rutschte
παθητική μετοχή
gerutscht
Παραδείγματα
Das Kind rutscht auf dem Boden hin und her. 

Το παιδί γλιστράει κάτω από την τσουλήθρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store