roh
roh
ʁo:
ro

Ορισμός και σημασία του "roh"στα γερμανικά

01

ωμός, ακατέργαστος

Nicht gekocht oder verarbeitet 
roh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am rohesten
συγκριτικός βαθμός
roher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Lebensmittel, Material, Verhalten
Παραδείγματα
Das Fleisch ist noch roh. 

Το κρέας είναι ακόμα ωμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store