das roggenbrot
roggenbrot
ʁɔgnbʁo:t
ρογκνμπροτ

Ορισμός και σημασία του "roggenbrot"στα γερμανικά

Das Roggenbrot
01

ψωμί σίκαλης, ψωμί φτιαγμένο από αλεύρι σίκαλης

Brot, das hauptsächlich aus Roggenmehl gebacken wird und dunkel und kräftig schmeckt 
das Roggenbrot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Roggenbrote
γενική πτώση
Roggenbrot(e)s
Παραδείγματα
Ich esse gern Roggenbrot zum Frühstück. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store