Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Rollenspiel
[gender: neuter]
01
παιχνίδι ρόλων, προσομοίωση ρόλων
Ein Spiel, bei dem die Teilnehmer in bestimmte Rollen schlüpfen und diese darstellen, oft mit einer Geschichte oder Aufgaben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Rollenspiels
πληθυντικός τύπος
Rollenspiele
Παραδείγματα
Ein gutes Rollenspiel erfordert Kreativität und Teamarbeit.
Ένα καλό παιχνίδι ρόλων απαιτεί δημιουργικότητα και ομαδική εργασία.



























