das rollenspiel
rollenspiel
ʁɔlənʃpi:l
rawlēnshpil

Ορισμός και σημασία του "rollenspiel"στα γερμανικά

Das Rollenspiel
01

παιχνίδι ρόλων, προσομοίωση ρόλων

Ein Spiel, bei dem die Teilnehmer in bestimmte Rollen schlüpfen und diese darstellen, oft mit einer Geschichte oder Aufgaben 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Rollenspiele
γενική πτώση
Rollenspiels
Παραδείγματα
Beim Rollenspiel übernehmen die Spieler die Rollen von Fantasiecharakteren. 

Στο παιχνίδι ρόλων, οι παίκτες αναλαμβάνουν τους ρόλους φανταστικών χαρακτήρων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store