Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rohstoff
[gender: masculine]
01
πρώτη ύλη, ακατέργαστο υλικό
Ein natürliches Material, das zur Herstellung von Produkten verwendet wird
Παραδείγματα
Metall ist ein Rohstoff, der in der Produktion vielseitig eingesetzt wird.
Το μέταλλο είναι μια πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται πολύπλευρα στην παραγωγή.


























