der Rohstoff
Pronunciation
/ˈʀoːˌʃtɔf/

Ορισμός και σημασία του "rohstoff"στα γερμανικά

Der Rohstoff
[gender: masculine]
01

πρώτη ύλη, ακατέργαστο υλικό

Ein natürliches Material, das zur Herstellung von Produkten verwendet wird
der Rohstoff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rohstoff(e)s
πληθυντικός τύπος
rohstoffe
Παραδείγματα
Metall ist ein Rohstoff, der in der Produktion vielseitig eingesetzt wird.
Το μέταλλο είναι μια πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται πολύπλευρα στην παραγωγή.

Λεξικό Δέντρο

rohstoff

roh

+

stoff

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store