Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rohstoff
01
πρώτη ύλη, ακατέργαστο υλικό
Ein natürliches Material, das zur Herstellung von Produkten verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rohstoffe
γενική πτώση
Rohstoff(e)s
Παραδείγματα
Erdöl ist ein wichtiger Rohstoff für die Industrie.
Το πετρέλαιο είναι ένα σημαντικό πρώτη ύλη για τη βιομηχανία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rohstoff
roh
stoff



























