Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Romantik
[gender: feminine]
01
ρομαντισμός, ρομαντική ατμόσφαιρα
Eine Kunstrichtung und eine Atmosphäre voller Gefühl und Liebe
Παραδείγματα
Romantik beeinflusst Kunst und Musik.
Ο ρομαντισμός επηρεάζει την τέχνη και τη μουσική.


























