reisen
Pronunciation
/ˈʁaɪ̯zən/

Ορισμός και σημασία του "reisen"στα γερμανικά

reisen
01

ταξιδεύω, μετακινούμαι

Von einem Ort zum anderen fahren
reisen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
reise
γ΄ ενικό πρόσωπο
reist
ενεστώτα μετοχή
reisend
απλός αόριστος
reiste
παθητική μετοχή
gereist
Παραδείγματα
Reist du gern allein?
Σου αρέσει να ταξιδεύεις μόνος ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store