Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reisen
01
ταξιδεύω, μετακινούμαι
Von einem Ort zum anderen fahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
reise
γ΄ ενικό πρόσωπο
reist
ενεστώτα μετοχή
reisend
απλός αόριστος
reiste
παθητική μετοχή
gereist
Παραδείγματα
Reist du gern allein?
Σου αρέσει να ταξιδεύεις μόνος ;



























