Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pluralistisch
01
πλουραλιστικός, πολυπολιτισμικός
Eine Gesellschaft oder Gruppe, die viele verschiedene Meinungen und Kulturen akzeptiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am pluralistischsten
συγκριτικός βαθμός
pluralistischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die pluralistische Gesellschaft respektiert Vielfalt.
Η πλουραλιστική κοινωνία σέβεται την πολυμορφία.



























