Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Plätzchen
01
μπισκότο, μικρό γλυκό
ein kleines, meist süßes Gebäck, besonders zur Weihnachtszeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Plätzchen
γενική πτώση
Plätzchens
Παραδείγματα
Zu Weihnachten backen wir viele Plätzchen.
Τα Χριστούγεννα, ψήνουμε πολλά μπισκότα.
02
μικρή γωνιά, ζεστό μέρος
Ein kleines, gemütliches oder schönes Stück eines Ortes
Παραδείγματα
Wir haben ein ruhiges Plätzchen im Park gefunden.
Βρήκαμε ένα ήσυχο μικρό μέρος στο πάρκο.



























