Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Plätzchen
[gender: neuter]
01
μπισκότο, μικρό γλυκό
ein kleines, meist süßes Gebäck, besonders zur Weihnachtszeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Plätzchens
πληθυντικός τύπος
Plätzchen
Παραδείγματα
Ein Plätzchen zum Kaffee ist perfekt.
Ένα μικρό μπισκότο με τον καφέ είναι τέλειο.
02
μικρή γωνιά, ζεστό μέρος
Ein kleines, gemütliches oder schönes Stück eines Ortes
Παραδείγματα
Er zeigte uns ein verstecktes Plätzchen in der Altstadt.
Μας έδειξε ένα κρυφό μικρό γωνάκι στην παλιά πόλη.



























