Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Muttersprache
[gender: feminine]
01
μητρική γλώσσα, γλώσσα μητέρας
Sprache, die man als Kind zuerst lernt
Παραδείγματα
Ihre Muttersprache hilft ihr beim Sprachenlernen.
Η μητρική της γλώσσα τη βοηθά στην εκμάθηση γλωσσών.


























