mutig
Pronunciation
/ˈmuːtɪç/

Ορισμός και σημασία του "mutig"στα γερμανικά

01

θαρραλέος, τολμηρός

Bereit, Risiken einzugehen
mutig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am mutigsten
συγκριτικός βαθμός
mutiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sei mutig und probiere etwas Neues!
Να είσαι τολμηρός και δοκίμασε κάτι νέο!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store