Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Muss
[gender: neuter]
01
ανάγκη, υποχρέωση
Etwas, das unbedingt notwendig oder erforderlich ist
Παραδείγματα
Die regelmäßige Wartung des Autos ist ein Muss.
Η τακτική συντήρηση του αυτοκινήτου είναι απαραίτητη.


























