das muss
muss
mʊs
moos
kussnussjusbus

Ορισμός και σημασία του "muss"στα γερμανικά

01

ανάγκη, υποχρέωση

Etwas, das unbedingt notwendig oder erforderlich ist 
das Muss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Müssen
γενική πτώση
Muss
Παραδείγματα
Warme Kleidung ist im Winter ein absolutes Muss. 

Τα ζεστά ρούχα είναι απόλυτη ανάγκη το χειμώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store