die Muttersprache
Pronunciation
/ˈmʊtɐˌʃpʁaːxə/

Ορισμός και σημασία του "muttersprache"στα γερμανικά

Die Muttersprache
01

μητρική γλώσσα, γλώσσα μητέρας

Sprache, die man als Kind zuerst lernt
die Muttersprache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Muttersprache
πληθυντικός τύπος
Muttersprachen
Παραδείγματα
Ihre Muttersprache hilft ihr beim Sprachenlernen.
Η μητρική της γλώσσα τη βοηθά στην εκμάθηση γλωσσών.

Λεξικό Δέντρο

muttersprache

mutter

+

sprache

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store