die muttersprache
muttersprache
mʊtɐʃpʁa:xə
mootshprakhē

Ορισμός και σημασία του "muttersprache"στα γερμανικά

Die Muttersprache
01

μητρική γλώσσα, γλώσσα μητέρας

Sprache, die man als Kind zuerst lernt 
die Muttersprache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Muttersprachen
γενική πτώση
Muttersprache
Παραδείγματα
Deutsch ist meine Muttersprache. 

Τα γερμανικά είναι η μητρική μου γλώσσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

muttersprache

mutter

+

sprache

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store