das mädchen
mäd
ˈmɛ:t
met
chen
çən
chēn
märchen

Ορισμός και σημασία του "mädchen"στα γερμανικά

01

ein weibliches Kind oder eine junge weibliche Person 

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Mädchen
γενική πτώση
Mädchens
Παραδείγματα
Das Mädchen spielt im Garten. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store