Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Misslingen
[gender: neuter]
01
αποτυχία, αποτυχία
Der Zustand, wenn etwas nicht erfolgreich ist oder nicht das gewünschte Ergebnis bringt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Misslingens
Παραδείγματα
Trotz des Misslingens versuchte er es noch einmal.
Παρά την αποτυχία, προσπάθησε ξανά.
misslingen
01
αποτυγχάνω, δεν πετυχαίνω
Nicht erfolgreich sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
lingen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
misslinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
misslingt
ενεστώτα μετοχή
misslingend
απλός αόριστος
misslang
παθητική μετοχή
misslungen
Παραδείγματα
Es ist mir noch nie misslungen, pünktlich zu sein.
Ποτέ δεν μου απέτυχε να είμαι στην ώρα μου.



























