Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missgönnen
01
ζηλεύω, δεν χαιρόμαι για
Jemandem etwas Gutes nicht gönnen und neidisch darauf sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missgönne
γ΄ ενικό πρόσωπο
missgönnt
ενεστώτα μετοχή
missgönnend
απλός αόριστος
missgönnte
παθητική μετοχή
missgönnt
Παραδείγματα
Er konnte den Reichtum seines Freundes nicht missgönnen.
Δεν μπορούσε να ζηλέψει τον πλούτο του φίλου του.



























