messen
messen
mɛsɐn
mesn
missenmüssen

Ορισμός και σημασία του "messen"στα γερμανικά

messen
01

μετρώ

Größe, Menge oder Wert mit einem Messgerät bestimmen 
messen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
messe
γ΄ ενικό πρόσωπο
misst
ενεστώτα μετοχή
messend
απλός αόριστος
maß
παθητική μετοχή
gemessen
Παραδείγματα
Der Schneider misst die Länge des Stoffes mit einem Maßband. 

Ο ράφτης μετράει το μήκος του υφάσματος με μια μεζούρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store