Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
messen
01
μετρώ
Größe, Menge oder Wert mit einem Messgerät bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
messe
γ΄ ενικό πρόσωπο
misst
ενεστώτα μετοχή
messend
απλός αόριστος
maß
παθητική μετοχή
gemessen
Παραδείγματα
Die Wissenschaftler messen regelmäßig die Luftqualität in der Stadt.
Οι επιστήμονες μετρούν τακτικά την ποιότητα του αέρα στην πόλη.



























