Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
messen
01
μετρώ
Größe, Menge oder Wert mit einem Messgerät bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
messe
γ΄ ενικό πρόσωπο
misst
ενεστώτα μετοχή
messend
απλός αόριστος
maß
παθητική μετοχή
gemessen
Παραδείγματα
Der Schneider misst die Länge des Stoffes mit einem Maßband.
Ο ράφτης μετράει το μήκος του υφάσματος με μια μεζούρα.



























