Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
machen
01
κάνω
Etwas herstellen oder produzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht
ενεστώτα μετοχή
machend
απλός αόριστος
machte
παθητική μετοχή
gemacht
Παραδείγματα
Kinder machen Sandburgen.
Τα παιδιά φτιάχνουν κάστρα από άμμο.
02
κάνω, εκτελώ
Eine Tätigkeit ausführen
Παραδείγματα
Sie machen einen Spaziergang.
Αυτοί κάνουν μια βόλτα.
03
προκαλώ, προξενώ
Verursachen oder bewirken
Παραδείγματα
Was macht das?
Τι κάνει αυτό;
04
δίνω, παρέχω
Geben oder ergeben
Παραδείγματα
Er macht ihr ein Geschenk.
Αυτός κάνει ένα δώρο σε αυτήν.
05
κοστίζω, αξίζω
Einen bestimmten Preis haben
Παραδείγματα
Ein Ticket macht 50 Euro.
Ένα εισιτήριο κοστίζει 50 ευρώ.
06
δίνω την εντύπωση, φαίνεται
Den Eindruck haben
Παραδείγματα
Das macht keinen Sinn.
Αυτό δεν βγάζει νόημα.
07
ουρώ, κατουρώ
Urin lassen
Παραδείγματα
Sie macht ins Bett.
Αυτή κάνει στο κρεβάτι.



























