Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
machen
01
κάνω
Etwas herstellen oder produzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht
ενεστώτα μετοχή
machend
απλός αόριστος
machte
παθητική μετοχή
gemacht
Παραδείγματα
Ich mache einen Kuchen.
Φτιάχνω ένα κέικ.
02
κάνω, εκτελώ
Eine Tätigkeit ausführen
Παραδείγματα
Was machst du?
Τι κάνεις;
03
προκαλώ, προξενώ
Verursachen oder bewirken
Παραδείγματα
Lärm macht Kopfschmerzen.
Ο θόρυβος προκαλεί πονοκεφάλους.
04
δίνω, παρέχω
Geben oder ergeben
Παραδείγματα
Mach mir das Buch!
Κάνε μου το βιβλίο !
05
κοστίζω, αξίζω
Einen bestimmten Preis haben
Παραδείγματα
Wie viel macht das?
Πόσο κοστίζει;
06
δίνω την εντύπωση, φαίνεται
Den Eindruck haben
Παραδείγματα
Das macht den Anschein.
Αυτό δημιουργεί την εντύπωση.
07
ουρώ, κατουρώ
Urin lassen
Παραδείγματα
Das Kind muss machen.
Το παιδί πρέπει να κάνει.



























