klopfen
klop
ˈklɔp
klawp
fen
fən
fēn
tropfen

Ορισμός και σημασία του "klopfen"στα γερμανικά

klopfen
01

χτυπώ, νοκάρ

Mehrere kleine Schläge machen, oft an eine Tür oder auf eine Oberfläche 
klopfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klopfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klopft
ενεστώτα μετοχή
klopfend
απλός αόριστος
klopfte
παθητική μετοχή
geklopft
Παραδείγματα
Jemand klopft an die Tür. 

Κάποιος χτυπά την πόρτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store