Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klopfen
01
χτυπώ, νοκάρ
Mehrere kleine Schläge machen, oft an eine Tür oder auf eine Oberfläche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klopfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klopft
ενεστώτα μετοχή
klopfend
απλός αόριστος
klopfte
παθητική μετοχή
geklopft
Παραδείγματα
Jemand klopft an die Tür.
Κάποιος χτυπά την πόρτα.



























