klopfen
Pronunciation
/ˈklɔpfən/

Ορισμός και σημασία του "klopfen"στα γερμανικά

klopfen
01

χτυπώ, νοκάρ

Mehrere kleine Schläge machen, oft an eine Tür oder auf eine Oberfläche
klopfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klopfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
klopft
ενεστώτα μετοχή
klopfend
απλός αόριστος
klopfte
παθητική μετοχή
geklopft
Παραδείγματα
Der Arzt klopft leicht auf den Rücken.
Ο γιατρός χτυπά ελαφρά στην πλάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store