die klinik
kli
ˈkli:
kli
nik
nɪk
nik

Ορισμός και σημασία του "klinik"στα γερμανικά

01

κλινική, νοσοκομείο

Einrichtung, in der Menschen medizinisch behandelt oder operiert werden 
die Klinik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kliniken
γενική πτώση
Klinik
Παραδείγματα
Ich habe morgen einen Termin in der Klinik. 

Έχω ένα ραντεβού αύριο στην κλινική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store