die kluft
kluft
klʊft
klooft
luftduft

Ορισμός και σημασία του "kluft"στα γερμανικά

01

χάσμα, ρήγμα

Eine große, trennende Unterschied zwischen Menschen, Meinungen oder Gruppen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Klüfte
γενική πτώση
Kluft
Παραδείγματα
Die Kluft zwischen Jung und Alt wird durch Technologie verstärkt. 

Το χάσμα μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ενισχύεται από την τεχνολογία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store