Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Knappheit
01
έλλειψη, σπανιότητα
Wenn es nicht genug von etwas gibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Knappheit
Παραδείγματα
Die Knappheit von Wasser ist ein großes Problem.
Η έλλειψη νερού είναι ένα μεγάλο πρόβλημα.
02
συντομία, βραχύτητα
die Eigenschaft, etwas kurz, präzise und ohne unnötige Worte auszudrücken
Παραδείγματα
Die Knappheit seiner Antwort war beeindruckend.
Η συντομία της απάντησής του ήταν εντυπωσιακή.



























