Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Knappheit
[gender: feminine]
01
έλλειψη, σπανιότητα
Wenn es nicht genug von etwas gibt
Παραδείγματα
Die Knappheit betrifft vor allem ländliche Gebiete.
Η έλλειψη αφορά κυρίως τις αγροτικές περιοχές.
02
συντομία, βραχύτητα
die Eigenschaft, etwas kurz, präzise und ohne unnötige Worte auszudrücken


























