klingeln
klin
ˈklɪn
klin
geln
gəln
gēln
klingen

Ορισμός και σημασία του "klingeln"στα γερμανικά

klingeln
01

χτυπώ, κουδουνίζω

Ein Ton machen, um Aufmerksamkeit zu erregen, z. B. an der Tür oder am Telefon 
klingeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klingele
γ΄ ενικό πρόσωπο
klingelt
ενεστώτα μετοχή
klingelnd
απλός αόριστος
klingelte
παθητική μετοχή
geklingelt
Παραδείγματα
Die Türglocke klingelt. 

Το κουδούνι της πόρτας χτυπάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store