Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klingeln
01
χτυπώ, κουδουνίζω
Ein Ton machen, um Aufmerksamkeit zu erregen, z. B. an der Tür oder am Telefon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klingele
γ΄ ενικό πρόσωπο
klingelt
ενεστώτα μετοχή
klingelnd
απλός αόριστος
klingelte
παθητική μετοχή
geklingelt
Παραδείγματα
Kannst du bitte an der Tür klingeln?
Μπορείς παρακαλώ να χτυπήσεις στην πόρτα;



























