hageln
Pronunciation
/ˈhaːɡl̩n/

Ορισμός και σημασία του "hageln"στα γερμανικά

hageln
[past form: hagelte]
01

χάλαζο πέφτει, βρέχει χαλάζι

Tausende kleine Eiskugeln vom Himmel fallen
hageln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hag(e)le
γ΄ ενικό πρόσωπο
hagelt
ενεστώτα μετοχή
hagelnd
απλός αόριστος
hagelte
παθητική μετοχή
gehagelt
Παραδείγματα
Gestern hat es nur kurz gehagelt.
Χθες έβρεξε χαλάζι μόνο για λίγο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store