hageln
hageln
ha:gln
hagln

Ορισμός και σημασία του "hageln"στα γερμανικά

hageln
01

χάλαζο πέφτει, βρέχει χαλάζι

Tausende kleine Eiskugeln vom Himmel fallen 
hageln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hag(e)le
γ΄ ενικό πρόσωπο
hagelt
ενεστώτα μετοχή
hagelnd
απλός αόριστος
hagelte
παθητική μετοχή
gehagelt
Παραδείγματα
Heute Nacht hat es stark gehagelt. 

Χθες το βράδυ έχυσε χαλάζι πολύ δυνατά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store