Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hageln
[past form: hagelte]
01
χάλαζο πέφτει, βρέχει χαλάζι
Tausende kleine Eiskugeln vom Himmel fallen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hag(e)le
γ΄ ενικό πρόσωπο
hagelt
ενεστώτα μετοχή
hagelnd
απλός αόριστος
hagelte
παθητική μετοχή
gehagelt
Παραδείγματα
Gestern hat es nur kurz gehagelt.
Χθες έβρεξε χαλάζι μόνο για λίγο.



























