Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacken
[past form: hackte]
01
σκάβω, ξεχώνω
Mit einem Werkzeug Erde auflockern oder bearbeiten
Παραδείγματα
Frühmorgens hackte der Bauer das Feld.
Σκάβω το χωράφι, ο αγρότης το έκανε νωρίς το πρωί.
02
χακάρει
Unbefugt in ein Computersystem eindringen
Παραδείγματα
Die Polizei verfolgt Leute, die Bankdaten hacken.
Η αστυνομία καταδιώκει άτομα που χακάρουν τραπεζικά δεδομένα.
03
κόβω σε κομματάκια
Etwas mit schnellen, harten Schlägen zerteilen
Παραδείγματα
Vorsicht, wenn du mit der Axt hackst!
Πρόσεχε όταν κόβεις με το τσεκούρι !


























