Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacken
01
σκάβω, ξεχώνω
Mit einem Werkzeug Erde auflockern oder bearbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hacke
γ΄ ενικό πρόσωπο
hackt
ενεστώτα μετοχή
hackend
απλός αόριστος
hackte
παθητική μετοχή
gehackt
Παραδείγματα
Er hackt den Boden, um Gemüse zu pflanzen.
Αυτός σκάβει το χώμα για να φυτέψει λαχανικά.
02
χακάρει
Unbefugt in ein Computersystem eindringen
Παραδείγματα
Hacker versuchten, das Netzwerk zu hacken.
Οι χάκερς προσπάθησαν να χακάρουν το δίκτυο.
03
κόβω σε κομματάκια
Etwas mit schnellen, harten Schlägen zerteilen
Παραδείγματα
Er hackt Holz für den Kamin.
Αυτός κόβει ξύλα για το τζάκι.



























