Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Haken
[gender: masculine]
01
γάντζος, αγκίστρι
Ein gebogener Gegenstand, an dem man etwas aufhängen oder befestigen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
hakens
πληθυντικός τύπος
haken
Παραδείγματα
Der Haken hält das Bild sicher an seinem Platz.
Ο γάντζος κρατά την εικόνα ασφαλώς στη θέση της.
haken
01
αγκιστρώνω, κρεμώ με άγκιστρο
etwas mit einem Haken befestigen oder einhängen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hake
γ΄ ενικό πρόσωπο
hakt
ενεστώτα μετοχή
hakend
απλός αόριστος
hakte
παθητική μετοχή
gehakt
Παραδείγματα
Er hakte das Seil am Ring ein.
Αυτός άγκιστρωσε το σχοινί στον δακτύλιο.



























