das Gehör

Ορισμός και σημασία του "gehör"στα γερμανικά

01

ακοή, ικανότητα ακρόασης

Die Fähigkeit, Geräusche wahrzunehmen
das Gehör definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gehörs
Παραδείγματα
Das Gehör hilft uns, unsere Umgebung wahrzunehmen.
Η ακοή μας βοηθά να αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store